ΑΝΕΞΕΛΕΓΚΤΑ ΤΑ ΑΝΑΜΟΡΦΩΤΗΡΙΑ

Τρία χρόνια μετά τις αποκαλύψεις της «Κ.Ε.» για τα γερμανικά αναμορφωτήρια που λειτουργούν στη χώρα μας περισσότερο από μια εικοσαετία εν αγνοία του επίσημου ελληνικού κράτους, η Γερμανία συνεχίζει ανενόχλητη να εφαρμόζει δομές και μεθόδους του αναμορφωτικού της συστήματος επί ελληνικού εδάφους, χωρίς ποτέ να έχει λάβει την απαραίτητη αδειοδότηση και έγκριση!
Μεθόδους που η επίκουρη καθηγήτρια Εγκληματολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Αθανασία Συκιώτου, σε έρευνά της, χαρακτηρίζει «μεσαιωνικές».
Ιδιωτικές γερμανικές εταιρείες φέρνουν στην Ελλάδα ανήλικους παραβάτες ή παιδιά «ευρισκόμενα σε κίνδυνο» ηλικίας 13 έως 18 ετών και τα τοποθετούν σε ειδικά «κλειστά κέντρα αναμόρφωσης» σε απομονωμένες τοποθεσίες ή σε ανάδοχες οικογένειες. Οι εταιρείες αυτές συνεργάζονται και πληρώνονται από το γερμανικό κράτος από το οποίο ελέγχονται.
Οι ανήλικοι στέλνονται στο πρόγραμμα με απόφαση του γερμανικού δικαστηρίου ή των υπηρεσιών νεότητας. Το πιο οργανωμένο απ' αυτά τα κέντρα βρίσκεται στα Κοίλα του Εβρου, ένα απομονωμένο χωριό στο οποίο σήμερα ζουν για καθορισμένο χρονικό διάστημα τρείς έφηβοι με τους πέντε επιβλέποντες.
Υπενθυμίζουμε ότι η «Κ.Ε.», σε δύο ρεπορτάζ της, το ένα με τίτλο «Αναμορφωτήρια για γερμανούς εφήβους στην Ελλάδα» (2/3/2008) και το άλλο «Σωφρονίζονται με τον Γερμανό τους» (30/11/2008), αποκάλυπτε ότι τουλάχιστον πέντε τέτοιες εταιρείες δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα. Το παλιότερο κλειστό πρόγραμμα εμφανίζεται στο χωριό Καζαβίτης Θάσου. Δημιουργήθηκε το 1986 από τη γερμανική KJHV (Kinder-und Jugendhilfe-Verbund) και φέρει την ελληνική ονομασία «Πρόγραμμα Εφήβων Θάσου».
Ακολούθησε το κέντρο στα Κοίλα το οποίο λειτουργεί από το 1988. Πήρε άδεια εγκατάστασης το 2004 ως υποκατάστημα κυπριακής εταιρείας (!) με προβλεπόμενες δραστηριότητες και σκοπό την «παροχή υπηρεσιών επιστημονικής και ψυχοσωματικής στήριξης σε παιδιά με ειδικές ανάγκες σε ειδικά διαμορφωμένους χώρους»...
Μετά τα ρεπορτάζ της «Κ.Ε.» υπήρξε παρέμβαση της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αλεξανδρούπολης, όμως η υπόθεση μπήκε στο αρχείο.
Σύμφωνα με πληροφορίες, το υπουργείο Δικαιοσύνης, ύστερα από την «υπενθύμιση» του... ξεχασμένου ζητήματος από την «Κ.Ε.», πρόκειται άμεσα να παραπέμψει την υπόθεση στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου προκειμένου να διερευνηθεί.
Του ζητήματος επιλήφθηκε το 2008 και το Σώμα Επιθεωρητών Υπηρεσιών Υγείας και Πρόνοιας (ΣΕΥΥΠ). Επιθεωρητές διενήργησαν έρευνα για την εταιρεία ΕΠΕ «ΚΚΝΤ-Κοινωνία ειδικά για παιδιά» και συνέταξε πόρισμα το οποίο επισήμαινε ότι «στην Ελλάδα δεν υπάρχει ανάλογο θεσμικό πλαίσιο που να διασφαλίζει τη νόμιμη δραστηριοποίηση των εταιρειών». Κατέληγε δε ότι «σε περίπτωση που δεν προκύψει θεσμική ρύθμιση σε εύλογο χρονικό διάστημα, προτείνεται η απομάκρυνση των εταιρειών από την Ελλάδα».
Ομως θεσμική ρύθμιση δεν υπήρξε ποτέ. Τη σκυτάλη της διερεύνησης πήρε η κυρία Συκιώτου, η οποία στο τέλος του 2009 επισκέφθηκε τα Κοίλα και συνέταξε αναφορά προς τον αρμόδιο εισαγγελέα αλλά και την Επιτροπή για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων του Συμβουλίου της Ευρώπης.
Τα αποτελέσματα της έρευνάς της αποτέλεσαν εφαλτήριο για την υποβολή σχετικής ερώτησης στη Βουλή από τον βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Παναγιώτη Λαφαζάνη, ο οποίος το 2009 ζητούσε απαντήσεις σε σειρά ερωτημάτων.
Η Αθ. Συκιώτου υπολογίζει ότι το πρόγραμμα στα Κοίλα από το 1987 έχει υποδεχθεί 200 παιδιά! «Αξίζει να σημειωθεί», μας λέει, πως άδεια λειτουργίας και εγκατάστασης δόθηκε από τη νομαρχία μόλις τα τελευταία πέντε χρόνια και πάλι ο σκοπός δεν φαίνεται να είναι η επανένταξη παραβατικών ανηλίκων.
»Στόχος του προγράμματος είναι η απομόνωση του ανηλίκου υποτίθεται για να ξεφύγει από το εγκληματικό περιβάλλον στο οποίο διαβιοί προκειμένου να μη δέχεται αρνητικά ερεθίσματα και κακές επιρροές. Το καθημερινό πρόγραμμα των παιδιών περιλαμβάνει καθαρισμό δωματίων, σχολικές δραστηριότητες και διάφορες εργασίες οι οποίες εναλλάσσονται (πχ. μαγείρεμα, φροντίδα ζώων κ.λπ.). Επίσης παρέχουν κοινωφελή εργασία της οποίας το πλαίσιο δεν προσδιορίζεται από δικαστικές αποφάσεις και για την οποία είναι αμφίβολο αν η υποτιθέμενη συναίνεση από ανήλικο είναι νομικά ισχυρή. Ακόμη χειρότερα, μπορεί να απασχοληθούν σε βαριές και ανθυγιεινές εργασίες όπως είχε συμβεί με ανήλικο που εργάστηκε στην αποκομιδή σκουπιδιών του δήμου».
Τόσο η Ελλάδα όσο και η Γερμανία έχουν υπογράψει τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού και διεθνείς Συνθήκες στις οποίες σε καμία περίπτωση δεν γίνεται δεκτή η απομόνωση ως μέσο καταστολής ή ως μέσο πρόληψης για ανήλικους ευρισκόμενους σε κίνδυνο. Αντίθετα, ρητώς απαγορεύεται. «Ομως εδώ μιλάμε για ένα χωριό με 6 σπίτια και σχεδόν μοναδικούς κατοίκους τα παιδιά. Το χειμώνα πολλές φορές αποκλείεται, και το καλοριφέρ ανάβει μόνο 2 ώρες ημερησίως, όπως μας είπαν. Πώς γίνεται να επιδιώκεις επανένταξη αυτών των παιδιών όταν τα τοποθετείς σε μια κοινωνία που δεν είναι η δική τους; Δεν μιλάνε καν τη γλώσσα. Είναι μεσαιωνικές μέθοδοι», ξεκαθαρίζει.
Θυμάται πως όταν «ρωτήσαμε τα παιδιά αν θέλουν να φύγουν από κει, μετά την πρώτη σιωπή μας είπαν ότι θέλουν να επιστρέψουν στην πατρίδα και το χώρο τους κι ότι θέλουν να φύγουν. Το ένα ανήλικο 15 ετών έδειχνε εμφανή σημάδια εσωστρέφειας».
Οσο για το κατά πόσο νομιμοποιούνται να λειτουργούν τέτοιου είδους προγράμματα στη χώρα μας είναι σαφής:
«Από τη στιγμή που δεχόμαστε παραβατικούς ανήλικους, πρέπει να υπάρχει διμερής ή πολυμερής συμφωνία. Τέτοια συμφωνία δεν υπάρχει, οπότε παρανόμως έρχονται».
Από τη μεριά της, η Ζωή Σιδηροπούλου, δικηγόρος της εταιρείας «ΚΚΝΤ-Κοινωνία ειδικά για παιδιά», υποστηρίζει ότι «όπως προβλέπεται από την κοινοτική νομοθεσία στην οποία η Ελλάδα όφειλε να συμμορφωθεί, εμείς καταθέτουμε τα στοιχεία της δραστηριότητας της εταιρείας στην Περιφερειακή Διοίκηση Θεσσαλονίκης. Η δομή λειτουργεί στο πλαίσιο του γερμανικού δικαίου και ελέγχεται κάθε δύο μήνες από γερμανούς επόπτες. Ομως το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας πρέπει να διευθετηθεί από το ελληνικό κράτος, το οποίο έχει δείξει ολιγωρία».
Ο επικεφαλής του προγράμματος στα Κοίλα Σταύρος Παναγιωτίδης υπεραμύνεται της αποτελεσματικότητας του προγράμματος, τονίζοντας ότι «το 60% των παιδιών βελτιώνονται και συνεχίζουν σπουδές και σταδιοδρομία. Το γερμανικό κράτος στέλνει 300 χιλιάδες ευρώ ετησίως και δίνει δουλειές στους ντόπιους. Μακάρι να υπήρχαν τέτοια προγράμματα και στην Ελλάδα».