ΣΤΑ 3 ΔΙΣ ΤΟ ΚΟΣΤΟΣ ΣΤΑ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΦΡΑΓΚΟΥ

Ρεπορτάζ : Ευγενία Τζώρτζη
(από την Καθημερινή)
Σε περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων, ο συναλλαγματικός κίνδυνος που επανήλθε στην καθημερινότητά μας, με αφορμή την ανατίμηση του ελβετικού φράγκου σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, δεν είναι παρά μια σαφής υπενθύμιση των ωφελειών από την...
καθιέρωση του ευρωπαϊκού νομίσματος. Τον κίνδυνο της ισοτιμίας και την αύξηση που αυτή προκαλεί στο χρέος τους βιώνουν έντονα τον τελευταίο χρόνο όσοι έχουν πάρει στεγαστικό δάνειο σε ελβετικό νόμισμα. Πολλοί δανειολήπτες αυτής της κατηγορίας -ανάλογα με το πότε πήραν το δάνειο-διαπιστώνουν εμβρόντητοι κάθε μήνα όχι μόνο ότι η δόση τους έχει αυξηθεί τον τελευταίο χρόνο σε σχέση με το ευρώ, αλλά επιπλέον ότι το άληκτο ποσό του δανείου σε ευρώ έχει αυξηθεί, παρά το γεγονός ότι πληρώνουν συστηματικά τη δόση τους τα τελευταία χρόνια. Η ανατίμηση του φράγκου στο 1,13 σε σχέση με το ευρώ από το χαμηλό επίπεδο του 1,65 που ήταν την περίοδο 20072008, όταν τα δάνεια σε ελβετικό νόμισμα έκαναν μαζική εμφάνιση στην ελληνική αγορά, συνεπάγεται άνοδο της τάξης του 30% και είναι η βασική αιτία για την αύξηση των υπολοίπων των στεγαστικών δανείων σε ξένο νόμισμα, τα οποία έχουν χορηγήσει οι τράπεζες. Τα στεγαστικά δάνεια σε ελβετικό νόμισμα υπολογίζονται σήμερα περίπου στα 9-10 δισ. ευρώ στο σύνολο των 79,8 δισ. ευρώ που είναι τα υπόλοιπα της στεγαστικής πίστης και οι οφειλές από δάνεια σε φράγκο αυξάνονται τα τελευταία χρόνια, παρά το γεγονός ότι οι δανειολήπτες αποπληρώνουν κανονικά τα δάνειά τους. Η αιτία δεν είναι άλλη από την ανατίμηση του ελβετικού νομίσματος, που σύμφωνα με τις εκτιμήσεις έχει στοιχίσει λογιστικά περί τα 3 δισ. ευρώ στους δανειολήπτες αυτής της κατηγορίας. Η λογιστική αύξηση των υπολοίπων έχει να κάνει με το γεγονός ότι οι Ελληνες δίνουν ουσιαστικά ευρώ για να αγοράσουν ελβετικό νόμισμα και ενώ το 2008 με 100.000 ευρώ αγόραζαν 165.000 φράγκα, σήμερα αγοράζουν 113.000 φράγκα. Η επιβάρυνση από την άνοδο της ισοτιμίας γίνεται αντιληπτή εάν στο παράδειγμά μας υποθέσουμε ότι ένας δανειολήπτης από το αρχικό κεφάλαιο των 165.000 φράγκων έχει αποπληρώσει 10.000 φράγκα. Το υπόλοιπο της οφειλής του διαμορφώνεται σε περίπου 145.000 φράγκα, το οποίο όμως εάν μετατραπεί σε εθνικό νόμισμα, ισοδυναμεί σε 127.000 ευρώ, περισσότερα δηλαδή από ό,τι χρωστούσε στην έναρξη του δανείου. Στελέχη από τις τράπεζες εξηγούν ότι η αύξηση που εμφανίζεται είναι λογιστική και η μόνη περίπτωση να γίνει άμεσα πραγματική είναι ο δανειολήπτης να επιχειρήσει να μετατρέψει σε αυτή τη συγκυρία το δάνειό του σε ευρώ. Στην περίπτωση αυτή θα «κλειδώσει» ουσιαστικά τη ζημιά εγγράφοντας όλη την επιβάρυνση από την ανατίμηση του φράγκου τα τρία τελευταία χρόνια. Αντίστοιχα, επιχειρηματολογούν υπέρ του οφέλους που απολαμβάνει όλα αυτά τα χρόνια ο δανειολήπτης μέσα από το χαμηλό επιτόκιο libor του ξένου νομίσματος, το οποίο υπολείπεται σταθερά 1,5-2 μονάδες σε σχέση με το euribor. Το όφελος αποτυπώνεται στη μηνιαία δόση του δανείου και υπολογίζεται στο σύνολο της επίμαχης περιόδου στα 3.200 ευρώ για ένα δάνειο 100.000 ευρώ και διάρκεια αποπληρωμής τα 30 χρόνια.