ΣΤΡΟΦΗ ΣΤΑ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΑ ΔΑΝΕΙΑ ΜΕ ΥΠΟΘΗΚΗ ΑΚΙΝΗΤΟΥ

Ρεπορτάζ : Ευγενία Τζώρτζη
(από την Καθημερινή)
Εκτίναξη των καταναλωτικών δανείων με υποθήκη ακινήτου καταγράφεται τα δύο τελευταία χρόνια στην προσπάθεια των νοικοκυριών να επιτύχουν μείωση του κόστους εξυπηρέτησης των δανείων τους και να περιορίσουν τη μηνιαία δόση τους. Στοιχεία...
από τις τράπεζες ανεβάζουν το ποσοστό των καταναλωτικών δανείων που έχει μετατραπεί σε ενυπόθηκο από το 30% έως και το 50% του χαρτοφυλακίου των δανείων καταναλωτικής πίστης, ανάλογα με την τράπεζα και την πολιτική που εφαρμόζει στις ρυθμίσεις. Η στροφή στα καταναλωτικά δάνεια με υποθήκη ακινήτου γίνεται με παρότρυνση των τραπεζών, που κατευθύνουν τους πελάτες σε αυτήν την επιλογή προκειμένου να επαναδιαπραγματευθούν τη ρύθμιση των οφειλών τους, αξιοποιώντας ένα ακίνητο που έχουν στην κατοχή τους. Δέλεαρ αποτελεί το επιτόκιο, το οποίο προσαρμόζεται λίγο υψηλότερα από το επιτόκιο ενός στεγαστικού δανείου, επιτυγχάνοντας σημαντική μείωση της μηνιαίας δόσης αλλά και μεγαλύτερη διάρκεια του δανείου που μπορεί να φτάσει τα 20 χρόνια ή ακόμα και τα 40, εάν συνδυαστεί με μια οφειλή από ένα στεγαστικό δάνειο. Τα ενυπόθηκα προγράμματα καταναλωτικών δανείων εξασφαλίζουν επιτόκιο που ξεκινά από 5,50% και φθάνει έως και 7,5% και εμφανίζονται κατά πολύ φθηνότερα από ένα μέσο καταναλωτικό δάνειο, το επιτόκιο του οποίου διαμορφώνεται σήμερα στο 13% - 14%. Τα δάνεια αυτής της κατηγορίας επιβαρύνονται με το κόστος της προσημείωσης, που διαμορφώνεται στο 1% της αξίας της προσημείωσης, καθώς και τα έξοδα της προσημείωσης που αγγίζουν περίπου τα 200 ευρώ. Τα προγράμματα αναχρηματοδότησης που προωθούν οι τράπεζες μαζικά από το 2009, στηρίζονται σε μεγάλο βαθμό σε ρυθμίσεις με την εγγραφή προσημείωσης και απευθύνονται κυρίως σε οφειλέτες με μεγάλα υπόλοιπα από καταναλωτικά δάνεια και κάρτες. Πρόκειται για μέσα υπόλοιπα της τάξης των 30.000 - 40.000 ευρώ ή ακόμα και υψηλότερων, τα οποία προέρχονται από δύο ή τρία δάνεια σε συνδυασμό με οφειλές από πιστωτικές κάρτες. Τα δάνεια αυτά συγκεντρώνονται σε ένα νέο δάνειο, εξασφαλίζοντας καλύτερο έλεγχο των οικονομικών ενός νοικοκυριού μέσα από τη μικρότερη μηνιαία δόση, που συνήθως πέφτει στο μισό. Σε αρκετές περιπτώσεις ένα καταναλωτικό δάνειο συγκεντρώνεται με ένα παλιό στεγαστικό δάνειο, αξιοποιώντας το υπόλοιπο της αξίας του ακινήτου που είναι ελεύθερο προσημείωσης. Αρκετές από τις αναχρηματοδοτήσεις που έχουν γίνει το τελευταίο διάστημα είναι αυτής της κατηγορίας, ενώ ορισμένες τράπεζες δέχονται στη συγκέντρωση να συμπεριλάβουν και οφειλές από δάνεια άλλων τραπεζών. Οι τράπεζες έχουν κάθε λόγο να προωθούν τα δάνεια αυτής της κατηγορίας στην προσπάθειά τους να ελέγξουν την εκτίναξη των επισφαλειών, που ειδικά στον τομέα των πιστωτικών καρτών φθάνει ακόμα και το 30%. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ΤτΕ για το 2010 το ποσοστό επισφαλειών στα καταναλωτικά δάνεια έφθασε στο 20,5% από 13,4% το 2009 και σημαίνει ότι ένα στα πέντε δάνεια δεν εξυπηρετείται. Τα καταναλωτικά δάνεια σε καθυστέρηση άνω των 90 ημερών ξεπέρασαν το 2010 τα 7,7 δισ. ευρώ εν μέσω κλίματος συνεχούς υποχώρησης του ρυθμού πιστωτικής επέκτασης, που ειδικά στην καταναλωτική πίστη έφτασε στο τέλος εξαμήνου στο -5,8%. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος, οι οφειλές από καταναλωτικά δάνεια και κάρτες διαμορφώθηκαν στο τέλος εξαμήνου του 2011 στα 33,6 δισ. ευρώ από το υψηλό επίπεδο των 36,4 δισ. ευρώ που ήταν στο τέλος του 2008. Από αυτά τα 7,9 δισ. ευρώ είναι οι οφειλές από πιστωτικές κάρτες, τα υπόλοιπα των οποίων μειώθηκαν πάνω από 2 δισ. ευρώ από το 2008 όταν το ύψος του χρέους από πιστωτικές κάρτες είχε ξεπεράσει τα 10 δισ. ευρώ. Οι οφειλές από δάνεια διαμορφώθηκαν στο τέλος του εξαμήνου στα 25,8 δισ. ευρώ και το γεγονός ότι μειώνονται με πολύ μικρότερο ρυθμό σε σχέση με τις οφειλές από πιστωτικές κάρτες, επιβεβαιώνει ότι ένα σημαντικό τμήμα του δανεισμού μέσω του πλαστικού χρήματος αναχρηματοδοτείται με νέα καταναλωτικά δάνεια. Ανάλογα με την τράπεζα και τις διαδικασίες που η κάθε μία εφαρμόζει, τα τρία στα δέκα δάνεια που ρυθμίζονται, διατηρούνται ενήμερα εφεξής, ενώ στα υπόλοιπα χρειάζεται νέα παρέμβαση προκειμένου να μην περάσουν σε οριστική καθυστέρηση. Σύμφωνα με τα στοιχεία, ο πιο αποτελεσματικός τρόπος παρέμβασης είναι η δραστική μείωση της δόσης σε ποσοστό τουλάχιστον 40% ή 50% και η επιλογή της προσημείωσης ενός ακινήτου εξυπηρετεί προς αυτήν την κατεύθυνση. Τα ενυπόθηκα καταναλωτικά δάνεια είναι διαδεδομένα στις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης και σε αρκετές αγορές αποτελούν τη βασική μορφή δανεισμού για την κάλυψη διαρκών κυρίως καταναλωτικών αγαθών. Στη χώρα μας κατά την πρώτη φάση εκδήλωσης της κρίσης ορισμένες τράπεζες λειτούργησαν προληπτικά, παρεμβαίνοντας οι ίδιες όπου έκριναν ότι μπορεί να εκδηλωθεί πρόβλημα, ενώ κάποιες άλλες κινητοποιήθηκαν εκ των υστέρων, όταν ήδη το κύμα επισφαλειών είχε ενταθεί. Ακόμη, ωστόσο, και η πρώτη κατηγορία τραπεζών που πήρε πρωτοβουλία έγκαιρης παρέμβασης, διαπιστώνει σήμερα ότι υποχρεώνεται να ρυθμίσει εκ νέου δάνεια που έχουν ήδη ρυθμιστεί στο πρόσφατο παρελθόν, δημιουργώντας αυτό που ονομάζουν «δεύτερη και τρίτη γενιά ρυθμίσεων». Η επιλογή της υποθήκης ακινήτου δείχνει έτσι μονόδρομος και προβάλλει ως μοναδική λύση τόσο για το δανειολήπτη όσο και για την ίδια την τράπεζα στην προσπάθειά της να περιορίσει τις επισφάλειες.