ΜΙΑ ΑΚΟΜΑ ΚΑΘΑΡΣΗ ΤΕΛΕΙΩΣΕ ΠΡΙΝ ΚΑΝ ΑΡΧΙΣΕΙ....


Του Λ. Αυγενάκη,
Βουλευτή Δημοκρατικής Συμμαχίας ν. Ηρακλείου

Για ακόμα μία φορά, η περιβόητη «κάθαρση» τελείωσε πριν καν αρχίσει. Πρώτα ήταν οι εξεταστικές επιτροπές της Βουλής και τώρα το ποδόσφαιρο. Το σοκ της απόφασης της ΕΠΟ για τη διατήρηση στη Σούπερ Λίγκα των δύο ομάδων, Ολυμπιακού Βόλου και Καβάλας, που κατηγορούνταν για συνολικά έντεκα στημένα παιχνίδια, και συνεπώς της εξασφάλισης των χρημάτων που προβλέπεται να εισπράξουν από την παραμονή τους στη μεγάλη κατηγορία, εξακολουθεί να είναι μεγάλο. Και τα ερωτήματα για την επόμενη ημέρα είναι ακόμη μεγαλύτερα.

Δυστυχώς, μία ακόμη περιβόητη διακήρυξη για την απόδοση δικαιοσύνης και ευθυνών, για την πλήρη διαλεύκανση πολύκροτων υποθέσεων διαφθοράς και διακίνησης μαύρου χρήματος «πέφτει στο κενό». Η πολυδιαφημιζόμενη κάθαρση του Ελληνικού ποδοσφαίρου, η οποία κατά τις δεσμεύσεις του αρμόδιου Υπουργού, κ. Γερουλάνου, θα «έβαζε το μαχαίρι στο κόκαλο», αποδείχτηκε φαρσοκωμωδία. Αποδείχθηκε φενάκη η αρχική αισιοδοξία ότι τουλάχιστον αυτή τη φορά η πολιτική ηγεσία και η ποδοσφαιρική Δικαιοσύνη δεν θα κάνουν ούτε συμψηφισμούς ούτε «εκπτώσεις».

Είναι γεγονός ότι οι πολίτες βλέπουν υποθέσεις διαφθοράς, παράνομου πλουτισμού και διακίνησης μαύρου χρήματος, να κλείνουν η μία μετά την άλλη με συνοπτικές διαδικασίες, ενώ οι εμπλεκόμενοι αθωώνονται πανηγυρικά… Εξεταστικές επιτροπές συστήνονται στη Βουλή για καθαρά επικοινωνιακούς λόγους, ενώ συχνά οι Βουλευτές καλούμαστε να αποφασίσουμε στην Ολομέλεια της Βουλής για τη δίωξη προσώπων που τελικώς δεν έχουν καμία σχέση με την ουσία της εξεταζόμενης υπόθεσης.

Στις πλείστες περιπτώσεις, οι διώξεις που ασκούνται αφορούν αδικήματα που έχουν παραγραφεί, όπως συνέβη για παράδειγμα στην περίπτωση του πρώην Υπουργού και ιστορικού στελέχους του ΠΑΣΟΚ, του κ. Α. Τσοχατζόπουλου, καθώς -εις γνώση όλων- ο νόμος περί ευθύνης υπουργών τον «καθάριζε» εν μία νυκτί. Όπως συνέβη επίσης στην υπόθεση Siemens, όπου υπόλογοι βρέθηκαν ως «εξιλαστήρια θύματα» οι κκ. Μαρκογιαννάκης και Αλογοσκούφης. Και το ερώτημα που τίθεται είναι: «Αλήθεια μόνο αυτοί εμπλέκονταν στην υπόθεση;» Τελικώς, την αβάσιμη συγκεκριμένη πρόταση δεν υποστήριξαν στην Βουλή ούτε καν οι βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος…Ενώ ερωτήματα συνεχίζουν να υπάρχουν στους πολίτες όπως: εάν στη θέση του κ. Μαντέλη ή του κ. Τσουκάτου βρίσκονταν απλοί πολίτες θα είχαν αλήθεια την ίδια αντιμετώπιση με αυτούς; Η απάντηση είναι απλή και ξεκάθαρη: «βεβαίως και όχι».

Επομένως, είναι δίκαιο το διάχυτο αίσθημα στην κοινή γνώμη ότι υπάρχει δικαιοσύνη «δύο ταχυτήτων», ότι υπάρχει «ατιμωρησία» και ότι «ο ένας καλύπτει τον άλλο», καθώς πολιτικά πρόσωπα ή έχοντες και κατέχοντες παραμένουν χωρίς ουσιαστικές κυρώσεις. Είναι δίκαιο να υποστηρίζουν ότι «κανείς δεν τιμωρείται τελικά για διασπάθιση δημοσίου χρήματος και παράνομο πλουτισμό» και πως «το κουκούλωμα καλά κρατεί»…


Για ποιο λόγο αλήθεια, μετά από όλα αυτά, να μην γελάσουν ειρωνικά οι πολίτες όταν ακούσουν ξανά να ξεστομίζει ο Πρωθυπουργός ή ο αρχηγός της Αξιωματικής αντιπολίτευσης ή όποιος άλλος πολιτικός ότι όλα «θα έρθουν στο φως», ότι «θα αποδοθούν ευθύνες», ότι «οι υπεύθυνοι θα τιμωρηθούν»;

Για ποιο λόγο οι πολίτες να εμπιστευτούν εμάς τους πολιτικούς και το πολιτικό σύστημα εν συνόλω όταν οι ίδιοι πολιτικοί χειρισμοί και οι πολιτικές αποφάσεις είναι που υποσκάπτουν τα θεμέλιά του συστήματος; Πως απαιτούμε από τους πολίτες να μην ενστερνιστούν την αντίληψη ότι οι θεσμοί είναι αναξιόπιστοι και η πολιτεία όλο και περισσότερο ανίκανη να μειώσει τις ανισότητες; Ότι το κράτος δεν μπορεί να προστατεύσει αυτούς που το έχουν ανάγκη;

Είναι γεγονός ότι κάθε προσπάθεια κάθαρσης που μένει ημιτελής, επιτείνει τη δυσαρέσκεια των πολιτών, ενισχύει την έλλειψη ισονομίας, το διαχωρισμό ανάμεσα στο κράτος, το πολιτικό σύστημα και την κοινωνία των πολιτών.

Στο οριακό σημείο που βρισκόμαστε πρέπει να προσδιορίσουμε εκ νέου τους ρόλους και τις ευθύνες όλων μας, πολιτικών και πολιτών. Πρώτοι εμείς οι πολιτικοί -και κυρίως οι κυβερνώντες- πρέπει να αλλάξουμε λογική, να αναλάβουμε ευθύνες και να μην ανεχόμαστε την ατιμωρησία. Όσο αυτή συνεχίζεται και το «κουκούλωμα» με την ανοχή της κυβέρνησης ανακυκλώνεται, οι πολίτες θα βρίσκονται απέναντι στο σύστημα. Και δεν θα νιώθουν ποτέ μέρος του ίδιου οικοδομήματος που όλοι μαζί από κοινού πρέπει να αναστυλώσουμε.

Τελικώς, το θέμα σήμερα δεν είναι αν χρειάζεται περισσότερο ή λιγότερο κράτος, αλλά έντιμες και ασυμβίβαστες πολιτικές ηγεσίες και κοινοβουλευτικοί εκπρόσωποι, πιο τολμηροί, αποτελεσματικοί και κυρίως αξιόπιστοι. Μόνο έτσι μπορούμε να αποκαταστήσουμε το κύρος των θεσμών και να ξανακερδίσουμε τη χαμένη εμπιστοσύνη των πολιτών. Γιατί μόνο με σύμμαχο την Κοινωνία Πολιτών μπορούμε να πετύχουμε στη δύσκολη προσπάθεια που έχουμε όλοι μας μπροστά.