ΠΡΟΣ ΕΠΙΒΟΛΗ ΠΡΟΣΤΙΜΟΥ ΣΤΗ SIEMENS

Ρεπορτάζ: Τάσος Τέλλογλου 
(απο ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ)
Στην κύρωση διά υπουργικής υπογραφής μιας απόφασης για επιβολή στη Siemens προστίμου ύψους 220 εκατ. ευρώ προσανατολίζεται η κυβέρνηση, προκειμένου να βρεθεί σε θέση να διεκδικήσει από τη γερμανική επιχείρηση αποζημίωση για την...
πολιτική των δωροδοκιών που ακολούθησε στην Ελλάδα το διάστημα 1997-2007. Ο υπουργός Εσωτερικών και πρώην υπουργός Δικαιοσύνης κ. Χάρης Καστανίδης δεν είχε προλάβει να ολοκληρώσει την υπογραφή της απόφασης μετά την ακρόαση της ελληνικής Siemens, σύμφωνα με την οποία για ένα σύνολο 110 συμβάσεων ανάμεσα σε φορείς του ελληνικού Δημοσίου και της γερμανικής εταιρείας το διάστημα 1997-2007 επιβαλλόταν πρόστιμο 2 εκατ. ευρώ ανά σύμβαση. Η δυνατότητα αυτή δίνεται από το ν. 3691/2007 για το ξέπλυμα του χρήματος. Το ποσό προέκυπτε από την αναγωγή ποσοστού 10% επί του συνόλου των συμβάσεων στο συνολικό τίμημα των συμβάσεων μιας δεκαετίας. Στη γερμανική δικογραφία, πάντως, δεν προκύπτει ότι το ποσοστό αυτό αφορούσε και συμβάσεις εκτός του κλάδου των τηλεπικοινωνιών, όπου αποδείχθηκε ότι η πρακτική των δωροδοκιών ήταν ευρέως διαδεδομένη. Ο διάδοχος του κ. Καστανίδη, σημερινός υπουργός κ. Μιλτιάδης Παπαϊωάννου φαίνεται ότι θα υπογράψει την απόφαση για την οποία η γερμανική εταιρεία έχει ήδη προσφύγει στα δικαστήρια. Η Siemens από την πλευρά της υποστηρίζει ότι σε πολλές συμβάσεις επιβάλλεται πρόστιμο 2 εκατ. ευρώ όταν το συμβατικό τίμημα δεν ξεπερνάει τα 200.000 ευρώ (ΟΑΕΔ μηχανογράφηση), με αποτέλεσμα να παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας. Η θυγατρική της γερμανικής εταιρείας επισημαίνει ότι επειδή δεν έχουν αποδειχθεί δωροδοκίες σε κανένα κλάδο -ούτε στις τηλεπικοινωνίες- για την Ελλάδα, δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστεί ο νόμος για το ξέπλυμα χρήματος, καθώς ο όποιος συμβιβασμός πρέπει να κυρωθεί από τα όργανα της διεθνούς εταιρείας. Εκτός των άλλων προβλημάτων, η κυβέρνηση αντιμετωπίζει και ένα επιπλέον, ίσως το σοβαρότερο, που δείχνει ότι δεν έχει μελετήσει αρκετά το πρόβλημα της νομικής αντιπαράθεσης με τη γερμανική εταιρεία. Αν η Siemens «στηλώσει τα πόδια» και η υπόθεση καταλήξει στα δικαστήρια, ακόμα και αν αυτά δικαιώσουν την κυβέρνηση, η ίδια δεν έχει τη δυνατότητα να εκτελέσει την απόφαση στην Ελλάδα, καθώς το καλοκαίρι του 2010 η γερμανική εταιρεία πούλησε το τελευταίο της περιουσιακό στοιχείο, που ήταν τα κεντρικά της γραφεία στο Μαρούσι. Το εργοστάσιο τηλεπικοινωνιών της Θεσσαλονίκης και το αντίστοιχο οικόπεδο έχουν εκποιηθεί από το 2008, όταν η γερμανική εταιρεία πούλησε ολόκληρο τον κλάδο των τηλεπικοινωνιών σε αμερικανική εταιρεία. Οπως έμαθε η «Κ», και οι Αμερικανοί πούλησαν με τη σειρά τους το μεγάλο αυτό ακίνητο στην ανατολική Θεσσαλονίκη, σε εταιρεία ακινήτων. Χωρίς αντίκρισμα Συνεπώς, η ελληνική διεκδίκηση με όλα της τα νομικά ελαττώματα είναι χωρίς αντίκρισμα εφόσον αφορά τη θυγατρική εταιρεία. Σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», οι τρεις εφέτες ανακριτές που διενεργούν την τακτική ανάκριση στο εφετείο της Αθήνας για τις δωροδοκίες στελεχών του ΟΤΕ, θα διατυπώσουν κατηγορίες και κατά στελεχών του κλάδου σταθερών δικτύων της μητρικής εταιρείας (ICN/Siemens), θεωρώντας τους ηθικούς αυτουργούς σε δωροδοκίες, που έκαναν υφιστάμενοί τους στην Ελλάδα. Σε αυτή τη λογική φαίνεται να προσανατολίζεται η ηγεσία του υπουργείου Δικαιοσύνης για την αστική διαφορά. Αν προχωρήσει στην υπογραφή της απόφασης ο κ. Μ. Παπαϊωάννου θα αντιμετωπίσει ακόμα ένα πρόβλημα: τις συνομιλίες με τη γερμανική εταιρεία που είχε ο πρώην υπουργός Επικρατείας κ. Χάρης Παμπούκης, ο οποίος παραιτήθηκε προχθές.