Η ΤΑΫΛΑΝΔΕΖΟΙ ΔΕΙΧΝΟΥΝ ΤΟ ΔΡΟΜΟ


Την προηγούμενη εβδομάδα, πηγές του Reuters ανέφεραν ότι η Ομάδα Δράσης της Κομισιόν, που βρίσκεται στην Αθήνα μ’ επικεφαλής τον κ. Χορστ Ράιχενμπαχ θ’ αποκτήσει εκτελεστικές αρμοδιότητες και θα έχει τον τελικό λόγο σε κρίσιμους τομείς του Ελληνικού Κράτους. Μάλιστα, Ευρωπαίοι Αξιωματούχοι τόνιζαν χαρακτηριστικά ότι «Χρειαζόμαστε κάποιον που να μιλά ελληνικά, αλλά να μην είναι με την πλευρά των Ελλήνων… Το σχέδιο πρέπει να παρουσιαστεί προσεκτικά. Ας το ονομάσουμε «τεχνική βοήθεια»… Θα υπάρξει μεγάλη αντίσταση. Η εξουσία δεν θα είναι πλέον στα χέρια τους και οι Έλληνες πρέπει να το δεχτούν».

Στο άκουσμα αυτής της πληροφορίας υπήρξαν ποικίλες αντιδράσεις από την πλευρά των Ελλήνων πολιτών, ήτοι άλλες θετικές, άλλες αρνητικές, άλλες πιο μετριοπαθείς. Αίφνης όμως μου ήρθε στο μυαλό το τσουνάμι του 2004 κι η μνήμη μου ανέτρεξε στις πληγείσες περιοχές της Ταϊλάνδης. Τι εννοώ; Οι Ταϊλανδέζοι χωρικοί, μολονότι αγράμματοι αντιμετώπισαν με περισσότερο σκεπτικισμό τις κυβερνητικές υποσχέσεις και δεν ανέμενα υπομονετικά στους προσφυγικούς καταυλισμούς μέχρι να ολοκληρωθεί το σχέδιο ανοικοδόμησης. Μα ποιο σχέδιο; Αυτό των μεγάλων εταιρειών του καπιταλισμού της καταστροφής, οι οποίες θ’ αναλάμβαναν την ανοικοδόμηση των κατοικιών χωρίς να είναι υποχρεωμένες να προσλάβουν Ταϊλανδέζους ή να τους αναθέσουν υπεργολαβίες.

Οι σοφοί, επομένως, χωρικοί της Ταϊλάνδης πήραν την κατάσταση στα χέρια τους. Κρατώντας τα εργαλεία της δουλειάς τους, έσπασαν τον κλοιό των ένοπλων φρουρών που πληρώνονταν από τους κατασκευαστές και ξεκίνησαν την ανακατάληψη των εδαφών τους. Κατά τις διαπραγματεύσεις τους με τις ιδιωτικές εταιρείες αντί για οικονομικές παροχές, ζήτησαν εργαλεία για να πραγματοποιήσουν οι ίδιοι την ανοικοδόμηση των κατοικιών τους.

Ενώ στην Ελλάδα του 2011 έχοντας εγκλωβιστεί στο μηχανισμό στήριξης του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας περιμένουμε από το Κράτος, το οποίο εκπροσωπείται από το υπάρχον χρεωκοπημένο πολιτικό σύστημα να κάνει πράγματα για εμάς και το τελευταίο με τη σειρά του στρέφεται σε καταστροφικό δανεισμό υπό όρους παράδοσης της εθνικής μας κυριαρχίας, χωρίς ταυτόχρονα να μειώνει τις κρατικές δαπάνες. Μήπως, λοιπόν, θα ήταν χρήσιμο να επαναπροσδιορίσουμε τη θεώρησή μας ως ελληνική κοινωνία κι αντί να ζητάμε από τους Κυβερνώντες για εμάς, να τα κάνουμε μόνοι μας; Με άλλα λόγια, ν’ αυτοσχεδιάσουμε και να χρησιμοποιήσουμε όσα μας έχουν απομείνει; Μόνον έτσι, θ’ αντισταθούμε κατά του έθους του καπιταλισμού της καταστροφής, που συνίσταται στη συνεχή αναζήτηση για «καινούριες αρχές» εκμεταλλευόμενος τις παθογένειές μας. Ας επιδιώξουμε, λοιπόν, όχι να ξεκινήσουμε από το μηδέν, αλλά να χτίσουμε πάνω στα ερείπια που μας περιτριγυρίζουν


Νεκταρία Αγγελάκη