H "ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ" ΑΙΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΡΟΜΟΥ ΤΩΝ ΦΥΛΑΚΩΝ

Ρεπορτάζ : Ιωάννα Μάνδρου


(από την Καθημερινή της Κυριακής)

Με την απόλυτη κάλυψη που παρέχει η «ιδιότητα» του εγκλείστου, γνωστοί βαρυποινίτες συντόνιζαν το πολυπλόκαμο δίκτυο εγκληματικής δράσης που εντοπίστηκε από τις διωκτικές αρχές, ασκώντας επί της ουσίας επιχειρηματική δραστηριότητα μεγάλης κλίμακας...

και με τεράστιο τζίρο. Με παρουσία σε παράνομες (αλλά και νόμιμες...) δραστηριότητες, τα μέλη των συμμοριών είχαν συγκροτήσει, όπως προκύπτει από τα αποκαλυπτικά στοιχεία της ογκωδέστατης δικογραφίας, μια βαριά βιομηχανία εγκλήματος με τεράστια κέρδη.

Εκβιασμοί και προστασίες δεν μονοπωλούσαν τη δράση τους. Παρουσία σημαντική είχαν στο λαθρεμπόριο καυσίμων, την πορνεία –μόνον στην Αθήνα, μία ομάδα των συμμοριών εκμεταλλευόταν 400 εκδιδόμενες γυναίκες– ενώ στα φρουτάκια και τα τυχερά παίγνια είχαν επίσης συμμετοχή.

Η δράση τους που απλωνόταν σε σχεδόν όλη τη χώρα με έμφαση το λεκανοπέδιο της Αττικής, όπου είχαν στην «προστασία» τους 278 καταστήματα εστίασης και διασκέδασης, κάλυπτε και τομείς... απόλυτα νόμιμους.

Ακόμα και εργολαβίες δημοσίων έργων «χτυπούσαν» κι έπαιρναν σε μια προσπάθεια να ξεπλένουν το μαύρο χρήμα των δραστηριοτήτων τους αλλά και να διαθέτουν –νομίμως– μεγάλες ποσότητες εκρηκτικών. Ενδεικτική είναι η ανάληψη από μέλη των συμμοριών –με την προτροπή γνωστού υπόδικου εργολάβου– εργολαβιών στην Ιονία Οδό. Τα εκρηκτικά, άλλωστε, όπως και τα όπλα αποτελούσαν «εργαλεία» δουλειάς στα χέρια των συμμοριών και για να εκβιάζουν τα θύματά τους, αλλά και για να διερευνούν τη δράση τους.

Μεγάλοι τζίροι

Τα κέρδη των συμμοριών από τις πολυσχιδείς δραστηριότητές τους ανά την επικράτεια, ήταν μεγάλα και διαρκώς αυξανόμενα, καθώς η οικονομική κρίση έδινε «τροφή» στη δράση τους.

Το «σπάσιμο» επιταγών που κυκλοφορούν χιλιάδες στην αγορά αποτελούσε τα τελευταία χρόνια μία από τις πιο κερδοφόρες δραστηριότητες. Με γνωριμίες στον επιχειρηματικό κόσμο και τον κόσμο του εμπορίου αναλάμβαναν την είσπραξη επιταγών, χρησιμοποιώντας τα γνωστά τους μέσα, ενώ «ειδικότητά» τους αποτελούσε η είσπραξη πάσης φύσεως ανεξόφλητων οφειλών. Κάποιοι στην αγορά που προσπαθούν, πολλές φορές ματαίως, να εισπράξουν ό,τι τους χρωστάνε, ανέθεταν σε μέλη των συμμοριών την είσπραξη, μεγάλων η μικρών ποσών με το αζημίωτο. Αναφέρεται, για παράδειγμα, περίπτωση επιχειρηματία που ανέθεσε την είσπραξη μεγάλων χρηματικών ποσών, δίδοντας ως αμοιβή στους «εισπράκτορες» το 30%...

Οσο όμως η κρίση έφερνε δουλειές στα παράνομα κυκλώματα τόσο τους δημιουργούσε –σε άλλους τομείς– προβλήματα. Οι υπεύθυνοι εκατοντάδων καταστημάτων εστίασης και διασκέδασης είχαν λιγότερη από το παρελθόν οικονομική ευχέρεια να πληρώνουν. Οι καταστηματάρχες είχαν φθάσει σε απόγνωση. Ενδεικτική είναι η καταγγελία ενός εξ αυτών στην αστυνομία –ανάλογες υπήρξαν πολλές– που κινητοποίησαν και τις διωκτικές αρχές. «Δεν μπορούμε να πληρώσουμε το ΙΚΑ, το ΤΕΒΕ, το ΦΠΑ. Κοντεύουμε να κλείσουμε. Αλλά πληρώνουμε τους μπράβους. Αλλιώς θα μας κάψουν και το σπίτι μας. Το μόνο που δουλεύει, δυστυχώς, στις μέρες μας είναι το μπραβιλίκι. Σώστε μας...»

Οπως περιγράφεται από καταγγελίες αλλά και μαρτυρίες αστυνομικών που υπήρξαν αποδέκτες των εκκλήσεων των θυμάτων των συμμοριών, όσο αύξανε η αδυναμία τους να πληρώσουν το «χαράτσι» στις συμμορίες, τόσο τα μέλη τους γίνονταν σκληρότερα και πιο βάναυσα. Οι εκρήξεις προς εκφοβισμό, οι τραυματισμοί, ακόμα και οι δολοφονίες ήταν στην ημερησία διάταξη. Εφθαναν με άνεση να «κλείνουν» δολοφονίες –και να μιλούν για αυτές– έναντι 50.000 ευρώ. Τόσο κοστολογούσαν τον κάθε φόνο!

Ωστόσο, η δράση τους περιγράφεται λεπτομερώς σε μια δικογραφία 50.000 σελίδων, απ’ όπου αναδύεται η ζοφερή πραγματικότητα ενός εγκληματικού δικτύου, το οποίο πριν από λίγα χρόνια ούτε οι πιο ευφάνταστοι θα μπορούσαν να υποπτευθούν ότι υπάρχει.